Μετάφραση του "mesure" σε Ελληνικά

Οι μέτρηση, μέτρο, έκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mesure" σε Ελληνικά.

mesure noun verb feminine γραμματική

Dimension (sens général) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρηση

    noun feminine

    Abilité de la méthode ou protocole analytique de quantifier et identifier la présence d'une substance en particulier.

    Chaque mesure est effectuée deux fois pour chaque réglage.

    Κάθε μέτρηση εκτελείται δύο φορές για κάθε ρύθμιση μέτρησης.

  • μέτρο

    noun neuter

    Trois fois mesure et une fois coupe.

    Μέτρα τρεις φορές και κόψε μια.

  • έκταση

    noun feminine

    Je me demande si le Commissaire pourrait vérifier dans quelle mesure l'information circule.

    Αναρωτιέμαι εάν η Επιτροπή θα εξετάσει την έκταση της ενημέρωσης αυτής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κανόνας
    • βήμα
    • διαστάσεις
    • καταμέτρηση
    • μέγεθος
    • μεζούρα
    • ποσότητα
    • μετρολογία
    • μετροταινία
    • Θεωρία μέτρου
    • πρόταση νόμου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mesure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mesure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mesure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη