Μετάφραση του "miette" σε Ελληνικά
Οι ψίχουλο, τρίμμα, ψίχα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miette" σε Ελληνικά.
miette
noun
feminine
γραμματική
Très petite quantité de quelque chose.
-
ψίχουλο
noun neuterElle a ramassé une miette de notre pain noir et l'a rejetée.
Μάζεψε ένα ψίχουλο από μαύρο ψωμί, κούνησε το κεφαλάκι και το πέταξε.
-
τρίμμα
noun neuter -
ψίχα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " miette " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "miette" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συλλογή σκουπιδιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη