Μετάφραση του "modifier" σε Ελληνικά

Οι αλλάζω, επεξεργάζομαι, μετατρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "modifier" σε Ελληνικά.

modifier verb γραμματική

Rendre différent. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλάζω

    verb

    Je regrette qu'un plaisantin ait pris la liberté de modifier le titre de cette résolution.

    Λυπάμαι όμως που κάποιος χωρατατζής πήρε το θάρρος να αλλάξει τον τίτλο αυτού του ψηφίσματος.

  • επεξεργάζομαι

    verb
  • μετατρέπω

    verb

    Bien, ensuite quelqu'un les a pris et a modifié les registres.

    Κάποιος τα πήρε και μετέτρεψε τις συγκεκριμένες πλακέτες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τροποποιώ
    • μεταβάλλω
    • επεξεργασία
    • αλλαγή
    • προσδιορίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " modifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Modifier
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλαγές

    noun

    Les limites de la teneur totale en impuretés n’ont pas été modifiées; aucune nouvelle impureté non qualifiée n’est détectée.

    Δεν υπήρξαν αλλαγές στα όρια συνολικών προσμείξεων· δεν έχουν ανιχνευτεί απροσδιόριστες προσμείξεις.

Εικόνες με "modifier"

Φράσεις παρόμοιες με "modifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "modifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη