Μετάφραση του "monarque" σε Ελληνικά

Το μονάρχης είναι η μετάφραση του "monarque" σε Ελληνικά.

monarque noun masculine γραμματική

Personne à la tête d'un gouvernement qui se transmet par l'hérédité. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονάρχης

    noun masculine

    dirigeant, représentant ou chef d'état d'une monarchie

    Quand le papillon sortira, le monarque sera couronné.

    Όταν η πεταλούδα εκκολαφτεί, θα στεφθεί ο μονάρχης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monarque " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monarque" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη