Μετάφραση του "mort" σε Ελληνικά
Οι θάνατος, νεκρός, πεθαμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mort" σε Ελληνικά.
mort
adjective
noun
verb
masculine
feminine
γραμματική
arrêt de la vie [..]
-
θάνατος
noun masculineFin de la vie. [..]
Ils croient en une vie après la mort.
Πιστεύουν στη μετά θάνατο ζωή.
-
νεκρός
adjectiveNos dieux sont morts.
Οι θεοί μας είναι νεκροί.
-
πεθαμένος
adjectiveChaque fois que je vous laisse partir, vous finissez presque mort.
Όποτε σ'αφήνω απ'τα μάτια μου καταλήγεις σχεδόν πεθαμένος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χάρος
- θανατάς
- πεθαμός
- μακαρίτης
- άψυχος
- άζωος
- αποθαμός
- κόλαση
- πτώση
- εκλιπών
- θανατηφόρο πλήγμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Mort
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Mort" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Mort στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "mort"
Φράσεις παρόμοιες με "mort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νεκρή φύση · νεκρά φύσις · νεκρή φύση
-
νεκρική κλίνη · νεκροκρέβατο
-
Θανατική απειλή
-
αναχωρώ · αποβιώνω · αποθνήσκω · αφήνω · θανατώνω · λαχταράω · λαχταρώ · λιγουρεύομαι · λιμοκτονώ · λιμπίζομαι · μαθαίνω · πέφτω · πεθαίνω · πεθαίνω από πόνο · ποθώ · σκοτώνω · υποφέρω · φεύγω · φονεύω · χαλώ
-
πεθαίνω
-
μαιευτικός θάνατος
-
μαιευτικός θάνατος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη