Μετάφραση του "mouvant" σε Ελληνικά
Οι κινούμενος, κίνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mouvant" σε Ελληνικά.
mouvant
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
κινούμενος
adjectiveCe qui correspond aux différentes trajectoires, si c'était bien une cible mouvante.
Που είναι συνεπές με τις τροχιές όλων, υποθέτοντας ότι ήταν ένας κινούμενος στόχος.
-
κίνηση
noun feminineLe véhicule est mû soit par son propre moteur soit par tout autre dispositif de propulsion.
Για την κίνηση του οχήματος χρησιμοποιείται είτε ο κινητήρας του είτε άλλη διάταξη κίνησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mouvant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mouvant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κινώ
-
ο μετασχηματισμός
-
οικιακό ποντίκι · ποντίκι Mus musculus
-
Έκδυση · έκδυση
-
Κινούμενη άμμος · κινούμενη άμμος
-
άμμος · κινούμενη άμμος
-
βάζω · κίνηση · κινώ · μετακινώ · παρακινώ
-
άμμος · κινούμενη άμμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη