Μετάφραση του "multiplication" σε Ελληνικά
Οι πολλαπλασιασμός, Πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "multiplication" σε Ελληνικά.
Opération arithmétique élémentaire où le nombre est ajouté à lui-même un certain nombre de fois.
-
πολλαπλασιασμός
noun masculineLa multiplication des tarifs promotionnels a élargi la gamme des tarifs intéressants pour les usagers.
Ο πολλαπλασιασμός των προσφορών διεύρυνε το φάσμα των τιμών που έχουν ενδιαφέρον για τους χρήστες.
-
Πολλαπλασιασμός
opération de l'arithmétique élémentaire
La multiplication des tarifs promotionnels a élargi la gamme des tarifs intéressants pour les usagers.
Ο πολλαπλασιασμός των προσφορών διεύρυνε το φάσμα των τιμών που έχουν ενδιαφέρον για τους χρήστες.
-
πολλαπλασιάζω
verbMais rien de tout cela ne semble entraver la multiplication des “mirreyes”.
Τίποτα από αυτά όμως δε δείχνει να πτοεί τους “mirreyes” από το να υπάρχουν και να πολλαπλασιάζονται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " multiplication " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "multiplication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολλαπλασιάζω
-
Αγενής αναπαραγωγή
-
σύμβολο πολλαπλασιασμού
-
Πίνακας πολλαπλασιασμού · πίνακας πολλαπλασιασμού