Μετάφραση του "mur" σε Ελληνικά

Οι τοίχος, τείχος, τοίχωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mur" σε Ελληνικά.

mur noun masculine γραμματική

Construction verticale faite de pierre, de brique, et bois, ... avec une largeur et une hauteur bien plus grandes que son épaisseur, utilisé pour entourer, diviser ou soutenir.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοίχος

    noun masculine

    structure séparant deux espaces [..]

    Comme si une part de votre cerveau était séparée par un mur.

    Είναι σαν ένας τοίχος, σε ένα μέρος του εγκεφάλου.

  • τείχος

    noun neuter

    Construction verticale faite de pierre, de brique, et bois, ... avec une largeur et une hauteur bien plus grandes que son épaisseur, utilisé pour entourer, diviser ou soutenir. [..]

    C'est en 1989 que le mur de Berlin a été abattu.

    Το τείχος του Βερολίνου έπεσε το 1989.

  • τοίχωμα

    neuter

    Construction verticale faite de pierre, de brique, et bois, ... avec une largeur et une hauteur bien plus grandes que son épaisseur, utilisé pour entourer, diviser ou soutenir.

    Qui renforcera la première, comme un mur de soutènement.

    Κάτι σαν τοίχωμα που θα συγκρατήσει τα υλικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τοιχίο
    • τοιχείο
    • διαίρεση
    • προμαχώνας
    • οχύρωμα
    • έπλαξη
    • προπύργιο
    • προστατευτικό τοίχωμα
    • τοιχώματα κοιλότητας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mur

Mur (rivière)

+ Προσθήκη

"Mur" στο λεξικό Γαλλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Mur στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "mur"

Φράσεις παρόμοιες με "mur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη