Μετάφραση του "murmure" σε Ελληνικά
Οι μουρμούρισμα, μουρμουρητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "murmure" σε Ελληνικά.
murmure
verb
noun
masculine
γραμματική
Bruit de voix sourd et confus [..]
-
μουρμούρισμα
noun neuterBruit de voix sourd et confus
Arrête de murmurer, Woodcok.
Άσε το μουρμούρισμα, Γούντκοκ.
-
μουρμουρητό
noun neuterBruit de voix sourd et confus
Dans un faible murmure frère Fordham a répondu, ‘oui !’
Με ένα σιγανό μουρμουρητό, ο αδελφός Φόρντχαμ απάντησε: ‘Nαι!’
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " murmure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη