Μετάφραση του "net" σε Ελληνικά

Οι καθαρός, αμιγής, καθαρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "net" σε Ελληνικά.

net adjective noun masculine γραμματική

net (poids) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρός

    adjective

    L’effet net des préfinancements correspond aux préfinancements récupérés apurés.

    Το καθαρό αποτέλεσμα της προχρηματοδότησης είναι ο συμψηφισμός των εισπραχθέντων ποσών προχρηματοδοτήσεων.

  • αμιγής

    adjective

    L'Union soviétique consommait plus de la moitié de la production et était importateur net.

    Η Σοβιετική Ένωση απορροφούσε περισσότερο από το ήμισυ της παραγωγής και ήταν αμιγής εισαγωγέας.

  • καθαρίζω

    verb

    La personne voulait que vous rentriez dans une maison nette.

    Κάποιος άλλος με το αντικλείδι ήθελε να πάω και να καθαρίσω το σπίτι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαυγής
    • καθαρισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " net " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "net" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "net" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη