Μετάφραση του "nez" σε Ελληνικά

Οι μύτη, μήτη, ρύγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nez" σε Ελληνικά.

nez noun masculine γραμματική

L'organe de la face utilisée pour la respiration et l'odorat.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μύτη

    noun feminine

    Appendice au milieu de la figure d’un humain|1 [..]

    Arrête de mettre le nez partout !

    Μη χώνεις τη μύτη σου μέσα σε όλα!

  • μήτη

    Appendice au milieu de la figure d’un humain|1

  • ρύγχος

    noun neuter

    Voici ce qui arrive habituellement au nez d'un avion de ligne lors d'un crash.

    Αυτό συμβαίνει συνήθως στο ρύγχος ενός επιβατικού αεροσάφους μετά από πρόσκρουση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μούρη
    • όσφρηση
    • αιχμή
    • σύρτης
    • παραλίγο
    • ανιχνεύω
    • Μύτη
    • παρά τρίχα
    • προχωρώ αργά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nez " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nez"

Φράσεις παρόμοιες με "nez" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nez" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη