Μετάφραση του "nomade" σε Ελληνικά

Οι νομάδας, νομάς, περιπλανώμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nomade" σε Ελληνικά.

nomade adjective noun masculine γραμματική

Qui est errant, qui n’a pas d’habitation fixe, [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νομάδας

    noun masculine

    Un nombre croissant de «nomades numériques» sont, avec l’âge, menacés par la pauvreté.

    Διαπιστώνεται συνεχής αύξηση του αριθμού των εν λόγω «ψηφιακών νομάδων» που απειλούνται από τη φτώχεια καθώς γηράσκουν.

  • νομάς

    noun

    Un nombre croissant de «nomades numériques» sont, avec l’âge, menacés par la pauvreté.

    Διαπιστώνεται συνεχής αύξηση του αριθμού των εν λόγω «ψηφιακών νομάδων» που απειλούνται από τη φτώχεια καθώς γηράσκουν.

  • περιπλανώμενος

    noun masculine

    On est des loups solitaires, mec, des nomades du désert, tombeurs et briseurs de coeurs.

    Είμαστε μοναχικοί λύκοι, μάγκα, περιπλανώμενοι άλλου επιπέδου, παίρνουμε ζωές και σπάμε καρδιές.

  • νόμας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nomade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nomade"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nomade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη