Μετάφραση του "nommer" σε Ελληνικά

Οι ονομάζω, ονοματίζω, διορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nommer" σε Ελληνικά.

nommer verb γραμματική

Mentionner quelqu'un pour un rôle ou une position particulière, notamment pour un travail. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ονομάζω

    verb

    [[ονοματοθετῶ]]

    Rebecca a dit qu'elle avait eu un contact avec un homme nommé Boothe.

    Rebecca είπε ότι ήρθε σε επαφή με ένα άτομο που ονομάστηκε Boothe.

  • ονοματίζω

    verb

    [[ονοματοθετῶ]]

  • διορίζω

    verb

    Le conseil est assisté par un secrétaire nommé par l'autorité investie du pouvoir de nomination.

    Το συμβούλιο επικουρείται από ένα γραμματέα, ο οποίος διορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ορίζω
    • κατονομάζω
    • όνομα
    • εκλέγω
    • αναθέτω
    • βάζω
    • μνημονεύω
    • καθορίζω
    • εξοπλίζω
    • αναφέρομαι
    • λέγομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nommer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nommer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nommer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη