Μετάφραση του "nonne" σε Ελληνικά
Οι καλόγρια, μοναχή, αδελφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nonne" σε Ελληνικά.
nonne
noun
feminine
γραμματική
Femme ascétique qui choisit de vivre dans la prière et la contemplation, dans un monastère ou un couvent.
-
καλόγρια
noun feminineTu dois te battre pour la nonne que tu aimes.
Πρέπει να παλέψεις, για την καλόγρια που αγαπάς.
-
μοναχή
noun feminineCamelot n'est plus, les héros sont morts et la femme est devenue nonne.
Το Κάμελοτ καταστρέφεται, οι ήρωες πεθαίνουν και η γυναίκα γίνεται μοναχή.
-
αδελφή
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδερφή
- καλογριά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nonne " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη