Μετάφραση του "normal" σε Ελληνικά

Οι φυσιολογικός, κανονικός, σωστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "normal" σε Ελληνικά.

normal adjective noun masculine γραμματική

Ce qui se produit couramment.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιολογικός

    adjective

    που ακολουθεί αυτό που συμβαίνει συνήθως στη φύση

    Elle peut s'en charger, comme une personne normale.

    Μπορεί να το κάνει και μόνη της σαν φυσιολογικός άνθρωπος.

  • κανονικός

    adjective masculine

    Application limitée aux sièges prévus pour un usage normal lorsque le véhicule circule sur une route.

    Εφαρμογή περιοριζόμενη στα καθίσματα που είναι σχεδιασμένα για κανονική χρήση όταν το όχημα κινείται επί oδού.

  • σωστός

    adjective

    Puisqu'il se souciait si peu des gens, c'est normal qu'il soit mort parmi les basse naissances.

    Αφού νοιαζόταν τόσο λίγο για τους ανθρώπους, είναι σωστό που πέθανε με την πλέμπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομαλός
    • νορμάλ
    • ορθός
    • ευπρεπής
    • κάθετος
    • καθιερωμένος
    • σύμβαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " normal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Normal
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανονικό

    Non, ce n'est pas normal.

    Όχι, εκείνο δεν είναι κανονικό.

Φράσεις παρόμοιες με "normal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "normal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη