Μετάφραση του "notaire" σε Ελληνικά

Το συμβολαιογράφος είναι η μετάφραση του "notaire" σε Ελληνικά.

notaire noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβολαιογράφος

    noun mf

    juriste de droit privé et officier public chargé d’instrumenter les actes juridiques civils

    10 Les notaires exercent leurs activités, dans l’ordre juridique autrichien, dans le cadre d’une profession libérale.

    10 Στην αυστριακή έννομη τάξη οι συμβολαιογράφοι ασκούν τις δραστηριότητές τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " notaire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "notaire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη