Μετάφραση του "notoire" σε Ελληνικά

Οι γνωστός, διαβόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "notoire" σε Ελληνικά.

notoire adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωστός

    noun masculine

    Ces produits peuvent néanmoins faire l’objet d’une culture et d’une consommation locale traditionnelles notoires.

    Εντούτοις, ενδέχεται να είναι γενικώς γνωστή η παραδοσιακή καλλιέργεια και τοπική κατανάλωση των προϊόντων αυτών.

  • διαβόητος

    adjective

    Les criminels de la mode les plus notoires sont là.

    Οι πιο διαβόητοι εγκληματίες μόδας βρίσκονται εκεί μέσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " notoire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "notoire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη