Μετάφραση του "nuisible" σε Ελληνικά

Οι βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nuisible" σε Ελληνικά.

nuisible adjective noun masculine γραμματική

Qui cause des dommages ou du préjudice.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλαβερός

    adjective

    Ces semences pourraient être nuisibles ou ne pas permettre une production agricole optimale.

    Αυτοί οι σπόροι για σπορά μπορούν να είναι βλαβεροί ή να μην εγγυώνται μια άριστη γεωργική παραγωγή.

  • βλαπτικός

    adjective

    Ces dispositions doivent avoir pour objectif d'éviter qu'il ne puisse en découler une quelconque pollution ou altération nuisible des eaux.

    Οι ρυθμίσεις πρέπει να αποβλέπουν ώστε να μην προκαλείται καμία μόλυνση ή βλαπτική μεταβολή των υδάτων.

  • επιβλαβής

    Adjective

    Winsl. et al. étant donné que la présence de cet organisme nuisible est établie dans ces zones.

    Winsl. et al., διότι προκύπτει ότι ο εν λόγω επιβλαβής οργανισμός εμφανίστηκε στις περιοχές αυτές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ολέθριος
    • θανατηφόρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nuisible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nuisible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nuisible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη