Μετάφραση του "objet" σε Ελληνικά

Οι αντικείμενο, θέμα, στόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "objet" σε Ελληνικά.

objet noun masculine γραμματική

Quelque chose qui a une existance physique. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντικείμενο

    noun neuter

    νοητική κατασκευή που ορίζεται από την αντίληψη για κάτι ως μοναδική φυσική ή αφηρημένη οντότητα [..]

    Personne veut nous laisser lancer des objets du toit.

    Δεν αφήνει κανένας να πετάμε αντικείμενα από την ταράτσα.

  • θέμα

    noun neuter

    Objet: Secteur naval et plan européen de relance économique

    Θέμα: Ο τομέας της ναυτιλίας και το ευρωπαϊκό σχέδιο ανάκαμψης της οικονομίας

  • στόχος

    noun masculine

    Ces actions ont pour objet d'assurer une mise en oeuvre efficace et concrète de l'action.

    Οι ενέργειες αυτές έχουν ως στόχο την αποτελεσματική και συγκεκριμένη εφαρμογή της ενέργειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράγμα
    • υποκείμενο
    • διαμαρτύρομαι
    • άψυχο αντικείμενο
    • αντικείμενο αναπαράστασης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " objet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "objet"

Φράσεις παρόμοιες με "objet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "objet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη