Μετάφραση του "obligation" σε Ελληνικά
Οι υποχρέωση, ομόλογο, καθήκον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obligation" σε Ελληνικά.
obligation (titre) [..]
-
υποχρέωση
noun feminineLien moral qui impose quelque devoir concernant la religion, la morale ou la vie civile|1 [..]
Plus qu’une simple autorisation, ce terme implique un choix, et non une obligation.
Πέραν της απλής χορηγήσεως ενός δικαιώματος, από τη διάταξη αυτή απορρέει μια επιλογή, όχι μια υποχρέωση.
-
ομόλογο
nounTitres productifs d’intérêt et remboursables dans un temps limité|3
L'instrument A est une obligation ayant une date d'échéance stipulée.
Το μέσο Α είναι ομόλογο με δηλωμένη ημερομηνία λήξης.
-
καθήκον
noun neuterVous avez une obligation envers votre bureau, votre pays et envers moi.
Έχεις καθήκον στο γραφείο, στη χώρα και σε μένα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρέος
- Ομόλογο
- αναγκαιότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obligation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obligation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποχρέωση καταχώρησης
-
υποχρέωση επισήμανσης
-
Επιχειρηματικό ομόλογο
-
υποχρέωση πληροφόρησης
-
Ενοχικό Δίκαιο · ενοχικό δίκαιο
-
Εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις
-
υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού
-
υποχρέωση επισήμανσης