Μετάφραση του "occasion" σε Ελληνικά
Οι ευκαιρία, περίσταση, μεταχειρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occasion" σε Ελληνικά.
occasion
noun
feminine
γραμματική
Provenant d'un ensemble de biens précédemment possédés par quelqu'un. [..]
-
ευκαιρία
noun feminineToutes définitions
Le sommet de Salonique en offre une occasion unique.
Για το σκοπό αυτό η σύνοδος κορυφής της Θεσσαλονίκης αποτελεί σημαντική ευκαιρία.
-
περίσταση
noun feminineA partir de maintenant, chaque soir est une occasion spéciale.
Από'δώ και μπρος κάθε βράδυ είναι μια ξεχωριστή περίσταση.
-
μεταχειρισμένος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οκαζιόν
- δεύτερο χέρι
- εκδήλωση
- συμβάν
- κατάσταση
- ενέχυρο
- συνθήκη
- κοινωνικό γεγονός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " occasion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "occasion"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη