Μετάφραση του "odorat" σε Ελληνικά
Οι όσφρηση, μύτη, Όσφρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odorat" σε Ελληνικά.
odorat
noun
masculine
γραμματική
Sens de la perception des odeurs.
-
όσφρηση
noun feminineSens qui perçoit les odeurs (1)
Ivy dit qu'elle n'a pas besoin d'une canne parce qu'elle a un bon odorat.
Η'ιβι λέει πως δεν χρειάζεται μπαστούνι, επειδή έχει αυξημένη την όσφρηση.
-
μύτη
noun feminineSa vue baisse, mais pas son odorat.
Μπορεί να μην βλέπει καλά αλλά από μύτη...
-
Όσφρηση
un des cinq sens
Ivy dit qu'elle n'a pas besoin d'une canne parce qu'elle a un bon odorat.
Η'ιβι λέει πως δεν χρειάζεται μπαστούνι, επειδή έχει αυξημένη την όσφρηση.
-
μύρισμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " odorat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη