Μετάφραση του "ohm" σε Ελληνικά
Οι ωμ, Ωμ, Ωμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ohm" σε Ελληνικά.
ohm
noun
masculine
γραμματική
-
ωμ
noun neuterUnité de mesure de résistance électrique
La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...
Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...
-
Ωμ
unité de mesure de la résistance électrique
La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...
Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ohm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ohm
Ohm (unité)
-
Ωμ
Ωμ (μονάδα μέτρησης)
La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...
Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...
Εικόνες με "ohm"
Φράσεις παρόμοιες με "ohm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γκέοργκ Ωμ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη