Μετάφραση του "ohm" σε Ελληνικά

Οι ωμ, Ωμ, Ωμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ohm" σε Ελληνικά.

ohm noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωμ

    noun neuter

    Unité de mesure de résistance électrique

    La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...

    Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...

  • Ωμ

    unité de mesure de la résistance électrique

    La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...

    Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ohm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ohm

Ohm (unité)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ωμ

    Ωμ (μονάδα μέτρησης)

    La résistance ohm de dix mètres de béton équivaut...

    Η αντίσταση Ωμ των δέκα μονάδων μπετόν, είναι ισοδύναμο με...

Εικόνες με "ohm"

Φράσεις παρόμοιες με "ohm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ohm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη