Μετάφραση του "olfactif" σε Ελληνικά
Το οσφρητικός είναι η μετάφραση του "olfactif" σε Ελληνικά.
olfactif
adjective
masculine
γραμματική
Qui appartient, qui est relatif à l’odorat.
-
οσφρητικός
masculineBien que les femelles puissent être rares, leur puissante phéromone constitue une véritable piste olfactive.
Μολονότι οι θηλυκές μπορεί να είναι πολύ λίγες, η ισχυρή φερομόνη τους ενεργεί σαν οσφρητικός φάρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " olfactif " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "olfactif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όχληση λόγω οσμής
-
οσφραντικό νεύρο · οσφρητικό νεύρο
-
οσμορύπανση · όχληση λόγω οσμής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη