Μετάφραση του "oligopole" σε Ελληνικά
Οι ολιγοπώλιο, ολιγοπώλειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oligopole" σε Ελληνικά.
oligopole
noun
masculine
γραμματική
oligopole (qui pratique l’entente sur les prix d’achat)
-
ολιγοπώλιο
noun neuterCet oligopole d'agences de notation constitue, selon moi, un cocktail extrêmement explosif.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό το ολιγοπώλιο οργανισμών αξιολόγησης είναι ιδιαίτερα ασταθές.
-
ολιγοπώλειο
structure de marché
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oligopole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη