Μετάφραση του "olographe" σε Ελληνικά

Το ολόγραφος είναι η μετάφραση του "olographe" σε Ελληνικά.

olographe adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολόγραφος

    Entièrement écrit de la main de la même personne

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olographe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olographe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη