Μετάφραση του "olographe" σε Ελληνικά
Το ολόγραφος είναι η μετάφραση του "olographe" σε Ελληνικά.
olographe
adjective
masculine
γραμματική
-
ολόγραφος
Entièrement écrit de la main de la même personne
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " olographe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη