Μετάφραση του "ombilic" σε Ελληνικά
Οι ομφαλός, αφαλός, Ομφαλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ombilic" σε Ελληνικά.
ombilic
noun
masculine
γραμματική
Cicatrice où le cordon ombilical était attaché.
-
ομφαλός
noun masculine -
αφαλός
noun masculine -
Ομφαλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ombilic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ombilic"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη