Μετάφραση του "on" σε Ελληνικά

Οι άνθρωπος, αγόρι, εμείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "on" σε Ελληνικά.

on pronoun noun masculine

Personne indéfinie [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνθρωπος

    noun masculine

    J'ai compris que dans la vie, on n'a que sa famille et ses amis.

    Αφού πάγωσα, έμαθα ότι όλα όσα έχει ένας άνθρωπος στη ζωή είναι η οικογένεια και οι φίλοι.

  • αγόρι

    noun neuter

    Et je ne sais pas si c'est une fille ou un gar on.

    Και δεν ξέρω αν είναι κορίτσι ή αγόρι.

  • εμείς

    pronoun

    On jouait souvent aux échecs après l'école.

    Εμείς παίζαμε συχνά σκάκι μετά τα μαθήματα.

  • εργατικό δυναμικό

    noun

    Cependant, on pourrait faire plus encore pour faciliter la participation des femmes au marché du travail.

    Ωστόσο, πρέπει να γίνουν ακόμη περισσότερα για να διευκολυνθεί η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " on " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "on" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "on" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη