Μετάφραση του "onguent" σε Ελληνικά
Οι αλοιφή, κρέμα, βάλσαμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onguent" σε Ελληνικά.
onguent
noun
masculine
γραμματική
-
αλοιφή
noun feminineJe préparerai un onguent pour les pustules du visage et une infusion d'herbes pour la fièvre.
Θα ετοιμάσω μια αλοιφή για τις φλύκταινες κι ένα εκχύλισμα από βότανα για να υποχωρήσει ο πυρετός.
-
κρέμα
noun -
βάλσαμο
noun neuter -
έμπλαστρο
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " onguent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "onguent"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη