Μετάφραση του "orgelet" σε Ελληνικά
Οι κριθαράκι, κριθή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orgelet" σε Ελληνικά.
orgelet
noun
masculine
-
κριθαράκι
noun neuterOu que tu as perdu un cil ou tu as eu un orgelet.
Ή σου έφυγε μια βλεφαρίδα ή είχες κριθαράκι.
-
κριθή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orgelet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη