Μετάφραση του "original" σε Ελληνικά
Οι πρωτότυπος, αρχικός, πρωτότυπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "original" σε Ελληνικά.
Objet à partir duquel toutes les copies et variations sont dérivées. [..]
-
πρωτότυπος
adjective masculineCe n'était pas un discours très original, mais je devins une star.
Δεν ήμουν ο πιο πρωτότυπος ομιλητής, αλλά έγινα διάσημος.
-
αρχικός
adjective masculineL'émetteur doit conserver un certificat sous une forme permettant la vérification des données originales.
Ο αρχικός εκδότης τηρεί το πιστοποιητικό σε μορφή που επιτρέπει τον έλεγχο των αρχικών δεδομένων.
-
πρωτότυπο
noun neuterLe certificat de contrôle doit tenir sur une seule page, son original accompagnant le produit.
Το πιστοποιητικό ελέγχου συντάσσεται σε μία μόνο σελίδα και συνοδεύει, στο πρωτότυπο, το προϊόν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχικό
- αρχική
- ιδιόρρυθμος
- αρχέγονος
- καινούριος
- πρωτοποριακός
- πολύ εμφανίσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " original " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "original" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχική · αρχικό · αρχικός · πρωτότυπο · πρωτότυπος
-
Editio princeps
-
κύρια εγκατάσταση
-
Γνήσιο λογισμικό της Microsoft
-
Πρωτότυπο βίντεο κινουμένων σχεδίων
-
Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού