Μετάφραση του "orpheline" σε Ελληνικά
Οι ορφανός, πεντάρφανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orpheline" σε Ελληνικά.
orpheline
adjective
noun
feminine
γραμματική
-
ορφανός
noun masculineLa première fois que je réalisais que j'étais orphelin.
Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα ότι έμεινα ορφανός.
-
πεντάρφανος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orpheline " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orpheline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορφανό πρόγραμμα-πελάτης
-
ορφανά έργα
-
Μια Σειρά από Ατυχή Γεγονότα
-
Ορφανό φάρμακο
-
oρφαvό · ορφανό · ορφανός · πεντάρφανος
-
oρφαvό · ορφανό · ορφανός · πεντάρφανος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη