Μετάφραση του "orthographique" σε Ελληνικά

Το ορθογραφικός είναι η μετάφραση του "orthographique" σε Ελληνικά.

orthographique adjective masculine γραμματική

Ce qui appartient à un projection utilisée dans des cartes, l'architecture, etc dans lequel les rayons sont parallèles.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθογραφικός

    Activer les outils de données comme le thésaurus et la correction orthographique (s' ils sont installés)Name

    Ενεργοποίηση εργαλείων δεδομένων όπως ο θησαυρός λέξεων και ο ορθογραφικός έλεγχος (αν είναι εγκατεστημένα) Name

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orthographique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "orthographique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orthographique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη