Μετάφραση του "orthographique" σε Ελληνικά
Το ορθογραφικός είναι η μετάφραση του "orthographique" σε Ελληνικά.
orthographique
adjective
masculine
γραμματική
Ce qui appartient à un projection utilisée dans des cartes, l'architecture, etc dans lequel les rayons sont parallèles.
-
ορθογραφικός
Activer les outils de données comme le thésaurus et la correction orthographique (s' ils sont installés)Name
Ενεργοποίηση εργαλείων δεδομένων όπως ο θησαυρός λέξεων και ο ορθογραφικός έλεγχος (αν είναι εγκατεστημένα) Name
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orthographique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orthographique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διορθωτής · ορθογράφος
-
διορθωτής · ορθογράφος
-
Ορθογραφία με βάση τα συμφραζόμενα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη