Μετάφραση του "ostensible" σε Ελληνικά

Οι φανερός, επιπόλαιος, επιφανειακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ostensible" σε Ελληνικά.

ostensible adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φανερός

    adjective masculine
  • επιπόλαιος

    adjective
  • επιφανειακός

  • φαινομενικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ostensible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ostensible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη