Μετάφραση του "ourse" σε Ελληνικά
Οι άρκτος, αρκούδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ourse" σε Ελληνικά.
ourse
noun
feminine
γραμματική
Ours (Ursinae) femelle.
-
άρκτος
noun feminineHélas, le seul ours du Pacifique a été élevé en captivité.
Η μόνη διαθέσιμη αρσενική Άρκτος Δ. Ειρηνικού μεγάλωσε σε αιχμαλωσία.
-
αρκούδα
noun feminineUne ourse polaire est en quête de nourriture pour ses deux oursons.
Μία θηλυκή πολική αρκούδα, προσπαθεί να βρεί τροφή για τα μικρά της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ourse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ourse"
Φράσεις παρόμοιες με "ourse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολική αρκούδα · πολική αρκούδα
-
πολική αρκούδα
-
παιδικό αρκουδάκι
-
Αρκούδα · άρκος · άρκτος · έχω · αίρω · αναλαμβάνω · αποφέρω · αρκούδα · αρκούδα καστανή · βαστάζω · εξουσιάζω · κατακρατώ · ξεχρεώνω · παιδικό αρκουδάκι · συμπεριφέρομαι · υποβαστάζω · φέρομαι · φέρω
-
Μεγάλη Άρκτος
-
πολική αρκούδα
-
καφέ αρκούδα Αλάσκας
-
καφέ αρκούδα Αλάσκας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη