Μετάφραση του "ouvert" σε Ελληνικά
Οι ανοιχτός, ανοίγω, αρχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouvert" σε Ελληνικά.
ouvert
adjective
verb
masculine
γραμματική
Participe passé du verbe ouvrir. [..]
-
ανοιχτός
adjective masculinePas fermé, quelque chose qui a été ouvert.
C'est juste que ce n'est pas la fille la plus ouverte qui existe.
Απλά δεν είναι και ο πιο ανοιχτός άνθρωπος στον κόσμο.
-
ανοίγω
verbC'est moi, ouvre la porte.
Εγώ είμαι, άνοιξε την πόρτα.
-
αρχίζω
verbAucun nouveau réexamen relevant de la catégorie «autres» n’a été ouvert.
Δεν άρχισε καμία νέα επανεξέταση που να εμπίπτει στην κατηγορία των «άλλων».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απλώνω
- ξεδιπλώνω
- τεντώνω
- ανοικτό σύνολο
- ανοιχτή
- ανοιχτό τουρνουά
- κηρύσσω έναρξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ouvert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ouvert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περίοδος λειτουργίας σύνδεσης
-
αριστερή αγκύλη
-
ανοιχτός
-
ανοιχτός
-
ανοιχτός
-
Τα ανοικτά στοιχεία μου
-
ορθοστάτης
-
ανοικτό σχήμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη