Μετάφραση του "ouvrir" σε Ελληνικά

Οι ανοίγω, ανοικτός, αρχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouvrir" σε Ελληνικά.

ouvrir verb γραμματική

Rendre quelque chose accessible ou enlever un obstacle à l'accès de quelque chose.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοίγω

    verb

    Rendre quelque chose accessible ou enlever un obstacle à l'accès de quelque chose. [..]

    C'est moi, ouvre la porte.

    Εγώ είμαι, άνοιξε την πόρτα.

  • ανοικτός

    adjective

    L’aéroport de Pau est ouvert aux différentes compagnies qui souhaitent l’utiliser sans restriction particulière.

    Ο αερολιμένας Pau είναι ανοικτός στις διάφορες εταιρείες που επιθυμούν να τον χρησιμοποιήσουν χωρίς ιδιαίτερο περιορισμό.

  • αρχίζω

    verb

    Aucun nouveau réexamen relevant de la catégorie «autres» n’a été ouvert.

    Δεν άρχισε καμία νέα επανεξέταση που να εμπίπτει στην κατηγορία των «άλλων».

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεκινώ
    • βάζω
    • κερδίζω
    • ξεδιπλώνω
    • ξεκλειδώνω
    • τακτοποιώ
    • τεντώνω
    • ξεκαθαρίζω
    • απλώνω
    • ανοιχτό τουρνουά
    • βάζω μπρος
    • κηρύσσω έναρξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ouvrir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ouvrir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ouvrir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη