Μετάφραση του "ovarien" σε Ελληνικά
Οι ωοθηκικός, ωοθηκικόσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ovarien" σε Ελληνικά.
ovarien
adjective
masculine
γραμματική
Appartenant à ou relatif à une ovaire.
-
ωοθηκικός
-
ωοθηκικόσ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ovarien " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ovarien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ωοθηκική κύστη
-
Ωοθυλάκιο · ωοθυλάκιο
-
ωοθηκικόσ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη