Μετάφραση του "ovule" σε Ελληνικά
Οι ωάριο, αυγό, Ωάριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ovule" σε Ελληνικά.
ovule
verb
noun
masculine
La structure de la plante contenant le gamète femelle, qui se développe en une graine après la fécondation par le pollen. [..]
-
ωάριο
noun neuterC'est gentil d'envisager de donner un ovule pour aider vos amis.
Είναι καλό που σκέφτεσαι να δωρίσεις ωάριο για να βοηθήσεις φίλους.
-
αυγό
noun -
Ωάριο
C'est gentil d'envisager de donner un ovule pour aider vos amis.
Είναι καλό που σκέφτεσαι να δωρίσεις ωάριο για να βοηθήσεις φίλους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπερματοβλάστη
- σπερματική βλάστη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ovule " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ovule"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη