Μετάφραση του "paiement" σε Ελληνικά

Οι πληρωμή, αμοιβή, καταβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paiement" σε Ελληνικά.

paiement noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρωμή

    noun feminine

    Une défaillance peut prendre la forme d'un défaut de paiement, d'une restructuration ou d'une faillite.

    Αθέτηση πληρωμής μπορεί να σημαίνει μη πληρωμή, αναδιάρθρωση ή πτώχευση.

  • αμοιβή

    noun feminine

    La municipalité d'Asker admet qu’un investisseur privé aurait exigé une contrepartie au report du paiement.

    Ο Δήμος του Asker συμφωνεί ότι ένας ιδιώτης επενδυτής θα απαιτούσε αμοιβή για την αναστολή της πληρωμής.

  • καταβολή

    noun

    Les pouvoirs adjudicateurs peuvent prévoir des primes ou des paiements aux participants au dialogue.

    Οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να προβλέπουν την απονομή βραβείων ή την καταβολή ποσών στους συμμετέχοντες στον διάλογο.

  • ξόδεμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paiement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "paiement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paiement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη