Μετάφραση του "pain" σε Ελληνικά
Οι ψωμί, άρτος, καρβέλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pain" σε Ελληνικά.
pain
noun
masculine
γραμματική
Type de pain français allongé avec une croûte dure et croustillante, deux fois plus épais que la baguette, d'environ 400g. [..]
-
ψωμί
noun neuterείδος τροφίμου [..]
Je mange une pomme et elle mange du pain.
Εγώ τρώω ένα μήλο και αυτή τρώει ψωμί.
-
άρτος
noun masculine -
καρβέλι
noun neuterPersonne ne se souvient d'un mec avec un pain sur la tête.
Κανείς δεν θυμάται έναν τύπο με καρβέλι στο κεφάλι του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φραντζόλα
- φρατζόλα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pain"
Φράσεις παρόμοιες με "pain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρτοπαρασκευαστής
-
αυγόψωμο
-
μαύρο ψωμί
-
αρτόδεντρο · αρτόκαρπος · δέντρο Artocarpus altilis · φρούτο που μοιάζει με ψωμί
-
Τοστιέρα · τοστιέρα · φρυγανιέρα
-
ψωμάκι
-
σκορδόψωμο
-
Κυκλάμινο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη