Μετάφραση του "pair" σε Ελληνικά
Οι άρτιος, ευγενής, ομότιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pair" σε Ελληνικά.
pair
adjective
noun
masculine
γραμματική
Mathématiques [..]
-
άρτιος
adjective masculine(Pour un nombre entier) Qui est multiple de deux.
Le numéro de naissance est impair pour les hommes et pair pour les femmes.
Ο αριθμός γεννήσεως είναι περιττός για τους άνδρες και άρτιος για τις γυναίκες.
-
ευγενής
noun masculine -
ομότιμος
nounCertains appellent ça du pair-à-pair.
Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν «ομότιμος με ομότιμο».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pair " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pair" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζευγάρι · ζεύγος
-
Ομότιμη σύνδεση
-
κλειδί έγκρισης
-
άρτιος αριθμός
-
Ψαλίδι · ψαλίδι
-
ζεύγος κλειδιών
-
ζεύγος κλειδιού-τιμής
-
ανακάλυψη ομοτίμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη