Μετάφραση του "parasol" σε Ελληνικά
Οι αλεξήλιο, ομπρέλα, ομπρέλλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parasol" σε Ελληνικά.
parasol
noun
masculine
γραμματική
Grand abri portatif utilisé comme protection contre le soleil sur la terrasse, dans un jardin ou sur la plage.
-
αλεξήλιο
noun neuter -
ομπρέλα
noun feminineOui, pour aller avec mon parasol en dentelle noire.
Ναι, ταιριάζουν με την μαύρη επώνυμη ομπρέλα μου.
-
ομπρέλλα
nounVous prenez un bain de soleil, un parasol vient vous transpercer le coeur.
" Ανυποψίαστος κολυμβητής... καρφώθηκε στην καρδιά από μια ομπρέλλα που πήρε ο αέρας "
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρασόλι
- ομπρέλα για τον ήλιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parasol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "parasol"
Φράσεις παρόμοιες με "parasol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουκουναριά · πεύκο Pinus pinea
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη