Μετάφραση του "parcellisation" σε Ελληνικά

Οι κλήρος, παραχώρηση γης, χαρακτηρισμός χρήσης γης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parcellisation" σε Ελληνικά.

parcellisation noun feminine γραμματική

Procédure consistant à diviser de grandes propriétés terriennes en parcelles plus petites.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλήρος

    noun

    parcellement [..]

  • παραχώρηση γης

    parcellement [..]

  • χαρακτηρισμός χρήσης γης

    parcellement [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parcellisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parcellisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη