Μετάφραση του "parfum" σε Ελληνικά
Οι άρωμα, ευωδιά, μυρωδιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parfum" σε Ελληνικά.
parfum
noun
masculine
γραμματική
Odeur aromatique, agréable provenant principalement des fleurs. [..]
-
άρωμα
noun neuterμείγμα με ευχάριστη μυρωδιά [..]
Le parfum n'était pas leur première cible, non plus.
Το άρωμα δεν ήταν ο πρώτος τους στόχος.
-
ευωδιά
noun feminineJe sens un parfum dans l'air.
Μυρίζω... κάποια ευωδιά στον αέρα.
-
μυρωδιά
noun feminineJe ne veux pas sentir ce parfum bon marché.
Δεν θέλω να μυρίζω την μυρωδιά της φτηνής κολόνιας που φοράτε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μοσχοβολιά
- αρωματικό
- παγωτό
- οσμή
- όσφρηση
- η μυρωδιά
- το άρωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parfum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "parfum"
Φράσεις παρόμοιες με "parfum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κουμπί "Ζύμη λεμόνι"
-
μπουκάλι αρώματος
-
Κουμπί "Γέμιση φραμπουάζ"
-
Κουμπί "Ζύμη σοκολάτα"
-
Κουμπί "Ζύμη φράουλα"
-
Κουμπί "Γέμιση μέντα"
-
μυρίζω
-
Το άρωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη