Μετάφραση του "part" σε Ελληνικά
Οι μέρος, μερίδιο, κομμάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά.
part
noun
verb
masculine
feminine
γραμματική
Certaine quantité issue d'un tout plus grand. [..]
-
μέρος
noun neuterLa proue est la partie avant d'un bateau.
H πλώρη είναι το μπροστινό μέρος του πλοίου.
-
μερίδιο
nounLa part de marché de l'industrie de l'Union affichait également une tendance hautement préjudiciable.
Το μερίδιο αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής σημείωσε επίσης πολύ ζημιογόνο τάση.
-
κομμάτι
noun neuterQuelle partie n'est pas traduite ?
Ποιό κομμάτι δεν είναι μεταφρασμένο;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μετοχή
- μοιρασιά
- κατανέμω
- έργο
- καταμερίζω
- υποδιαίρεση
- διαμοιράζω
- έργο τέχνης
- ελαφρύ όπλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " part " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "part"
Φράσεις παρόμοιες με "part" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμμετοχή · συνδέω · σύνδεσμος
-
αλλού
-
ήχος
-
εθνικιστικό κόμμα
-
εξτρεμιστικό κόμμα
-
δεισιδαιμονία · εμπάθεια · προκατάληψη · πρόληψη
-
Μονοκομματικό κράτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη