Μετάφραση του "partial" σε Ελληνικά
Οι μεροληπτικός, προκατειλημμένος, μερικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partial" σε Ελληνικά.
partial
adjective
masculine
γραμματική
-
μεροληπτικός
adjectiveC'est inapproprié qu'il y ait quelqu'un d'aussi partial dans le conseil.
Είναι ανάρμοστο, κάποιος τόσο μεροληπτικός να είναι στο Συμβούλιο.
-
προκατειλημμένος
particleNous avons rendu les gens plus partiaux dans la manière dont ils traitent l'information.
Κάναμε τους ανθρώπους πιο προκατειλημμένους όσον αφορά στον τρόπο που επεξεργάζονται τις πληροφορίες.
-
μερικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " partial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη