Μετάφραση του "participe" σε Ελληνικά
Οι μετοχή, Μετοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "participe" σε Ελληνικά.
participe
noun
verb
masculine
γραμματική
-
μετοχή
noun feminineόρος της γραμματικής
-
Μετοχή
σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " participe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "participe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκπαίδευση συμμετέχοντα
-
Συμμετοχή σε υπάρχουσα διάσκεψη...
-
αναγνωριστικό/κωδικός συμμετέχοντα · κωδικός συμμετέχοντα
-
διαγωνιζόμενη σε καλλιστεία
-
συμμετέχον κράτος
-
εισφέρω · εμπλέκομαι · κοινωνώ · μετέχω · μεταλαμβάνω · μοιράζομαι · παίρνω μέρος · παίρνω μερίδιο · συμμερίζομαι · συμμετέχω · συμπράττω · συνεργώ σε · συντροφεύω
-
μετοχή του ενεστώτα
-
προαιρετικός συμμετέχων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη