Μετάφραση του "partiel" σε Ελληνικά
Οι μερικός, οδοντοστοιχία, μασέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partiel" σε Ελληνικά.
partiel
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
μερικός
adjectiveDemande de réexamen au titre de l’expiration des mesures et de réexamen intermédiaire partiel
Αίτημα για επανεξέταση ενόψει της λήξης και για μερική ενδιάμεση επανεξέταση
-
οδοντοστοιχία
noun feminine -
μασέλα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " partiel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "partiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μερική διαφορική εξίσωση
-
μερική έκλειψη
-
μερικός ορισμός τύπου
-
αναπληρωματικές εκλογές · επαναληπτική εκλογή
-
μερική απόδοση σελίδας
-
τύπος μερικού ορισμού
-
μερική προσαρμογή
-
μερική λύση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη