Μετάφραση του "partiel" σε Ελληνικά

Οι μερικός, οδοντοστοιχία, μασέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partiel" σε Ελληνικά.

partiel adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερικός

    adjective

    Demande de réexamen au titre de l’expiration des mesures et de réexamen intermédiaire partiel

    Αίτημα για επανεξέταση ενόψει της λήξης και για μερική ενδιάμεση επανεξέταση

  • οδοντοστοιχία

    noun feminine
  • μασέλα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partiel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "partiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partiel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη