Μετάφραση του "passager" σε Ελληνικά
Οι επιβάτης, παροδικός, περαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passager" σε Ελληνικά.
passager
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
επιβάτης
noun masculineLe passager n'est d'ordinaire pas en mesure d'évaluer correctement le degré d'intoxication du conducteur.
Ο επιβάτης συνήθως δεν είναι σε θέση να αξιολογεί δεόντως το επίπεδο μέθης του οδηγού.
-
παροδικός
Tout ceci aurait dû dépasser une dépression passagère.
Όλο αυτό θα πρέπει να έχει υποβαθμίσει οποιαδήποτε παροδική κατάθλιψη.
-
περαστικός
adjectiveμικρής διάρκειας
Votre jeune amant est passager car la jeunesse est passagère
Αυτός ο νεαρός σας εραστής είναι περαστικός, γιατί περαστικά είναι και τα νειάτα του
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αργόμισθος
- Επιβάτης
- πρόσκαιρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " passager " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "passager"
Φράσεις παρόμοιες με "passager" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλοίο
-
λαθρεπιβάτισσα
-
πλοίο
-
επιβάτισσα · επιβάτρια
-
λαθρεπιβάτης
-
Επιβατηγό πλοίο · επιβατηγό πλοίο · πλοίο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη